Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Ομιλία Υπουργού Δικαιοσύνης Νικολάου Δένδια στην εκδήλωση του Ινστιτούτου Δημοκρατίας "Κωνσταντίνος Καραμανλής"

«Η Ελληνική Δικαιοσύνη απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις»


Κυρίες και Κύριοι,

Είναι ιδιαίτερη τιμή για εμένα να χρησιμοποιώ το υψηλού κύρους βήμα του Ιδρύματος για την Δημοκρατία «Κων/νος Καραμανλής», για να διατυπώσω τις σκέψεις μου όσον αφορά το συνολικό σύστημα της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα και τις προκλήσεις που το σύστημα αντιμετωπίζει.

Αναλογιζόμενος τις παραμέτρους του θέματος, που συζητάμε σήμερα, ειλικρινά αναρωτιέμαι αν στις δύο σχεδόν εκατονταετίες ζωής του Νέου Ελληνικού κράτους, βρέθηκε η Δικαιοσύνη σε κομβικότερο σημείο.

Θα μπορούσα να αντιπαρέλθω την πρόκληση να μιλήσω για τα ουσιώδη.

Είναι γνωστή η τάση των νομικών αντί να συζητάμε για την πραγματικότητα να αναχωρούμε σε Παραδείσους νομικών εννοιών και διαφωνιών.

Θα σας θυμίσω όμως το έργο ενός γνωστού Φλαμανδού ζωγράφου, του Μπρύγκελ « Ο Χριστός φέρων τον Σταυρόν», του 1564. Αναπαριστά τον Ιησού Χριστό, να λυγίζει από το βάρος του σταυρού που φέρει. Οι Ρωμαίοι και ο όχλος δεν κοιτούν. Έχουν στραμμένη την προσοχή τους σε δύο χωρικούς, οι οποίοι διαπληκτίζονται με Ρωμαίους στρατιώτες. Οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται ενώπιον του σημαντικότερου γεγονότος όλων των εποχών, όμως στρέφουν το βλέμμα τους προς άλλη κατεύθυνση, παρακολουθώντας ένα ασήμαντο γεγονός, έναν καβγά. Δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν τη σπουδαιότητα αυτού που συμβαίνει δίπλα τους.

Δεν έχω την πρόθεση να ακολουθήσω το παράδειγμα τους.

Αντιλαμβάνομαι, αντιλαμβανόμαστε όλοι νομίζω την κρισιμότητα των στιγμών.

Πρόθεσή μου είναι, να κάνω μια ταχύτατη αναφορά στο παρελθόν, να θέσω με απόλυτη σαφήνεια τα κατ’ εμέ κύρια ερωτήματα και να προτείνω συγκεκριμένες απαντήσεις.

Όσον αφορά τα θεμέλια του Νομικού μας πολιτισμού, του Ελληνικού Νομικού Πολιτισμού επιτρέψτε μου παρακαλώ να εκφράσω υπερηφάνεια.

Καίτοι η χώρα μας είναι μια μεσαίου μεγέθους, περιφερειακή ευρωπαϊκή χώρα, με ένα όχι εύκολο Βαλκανικό παρελθόν, έχει να επιδείξει έναν ρωμαλέο Νομικό Πολιτισμό.

Όπως καλώς γνωρίζετε, μετά την ανεξαρτησία της η χώρα προχωρά, ιδίως το διάστημα της Αντιβασιλείας, σε επιλογές κατίσχυσης του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Κριτική έχει ασκηθεί γιατί δεν ενσωματώθηκε τότε στον κορμό του δικαίου, εθιμικό δίκαιο διαφόρων περιοχών, ιδίως στο πλαίσιο του οικογενειακού και του κληρονομικού δικαίου (Δίκαιο της Μάνης, Δίκαιο των Σαρακατσάνων.)

Όμως το δίκαιο αυτό νομίζω ότι ορθώς παρελήφθη.

Για να έχετε μια εικόνα των αντινομιών του, σας αναφέρω ένα πράγματι ακραίο παράδειγμα ενός διαιτητικού συμφωνητικού, που αφορά την Μάνη και το παρουσιάζει ο Μάουερ, το οποίο έχει ως εξής:

«Εμείς που υπογράφουμε ,υποσχόμαστε και δίνουμε και στους άλλους συγγενείς μας και στους χωρικούς, την απόλυτη πληρεξουσιότητα να κάνουν ότι μπορούν για την ησυχία, την ομόνοια και την ειρήνη. Όποιος από μας που υπογράψαμε προκαλέσει την παραμικρότερη φασαρία φέρει καμία αντίρρηση, θα έχει εναντίον όλους τους συγγενείς και τους χωρικούς, και θα χρωστάμε να τους δώσουμε 5000 πιάστρα και δύο φόνους. Οκτωβρίου 29 Τζιμόβα.

Γεώργιος Μαυρομιχάλης επικυρώνει,

Νικόλαος Μαυρομιχάλης υπόσχεται,

Ηλίας Μαυρομιχάλης υπόσχεται,

Γεώργιος Κ. Μαυρομιχάλης βεβαιώνει».

Η Ελληνική Δικαιοσύνη προχώρησε πολύ από τότε.

Βεβαίως ενσωμάτωσε σημαντικές αλλοδαπές επιρροές που είναι γνωστές, όμως υπήρξε σημαντική ελληνική νομική υπεραξία που ενσωματώθηκε.

Για να μιλάμε συγκεκριμένα, μπορούμε να πάρουμε ως παράδειγμα τον αστικό κώδικα.

Ενσωματώνει ισχυρές γερμανικές και κεντροευρωπαϊκές επιρροές. Περιέχει κατά μεγάλο μέρος, όπως και οι άλλοι ευρωπαϊκοί αστικοί κώδικες, ουδέτερες από κοινωνικοοικονομική άποψη και, σε μεγάλο βαθμό, τεχνικής φύσης διατάξεις.

Η ουδετερότητα συνδυάζεται με τον αφηρημένο χαρακτήρα των διατάξεών του.

Στην όποια ρύθμιση προχωρεί όχι τόσο σύμφωνα με τα κοινωνικά προβλήματα και τις κοινωνικές διαφορές, όσο σύμφωνα με εννοιολογικά δημιουργήματα, που γενικεύονται έτσι ώστε να απομακρύνονται από την τρέχουσα πραγματικότητα.

Λέγοντας π.χ. «σύμβαση» έχει περισσότερο στο νου την αφηρημένη έννοια της σύμπτωσης των βουλήσεων (όπως αυτές αντικειμενικοποιούνται στις δηλώσεις βουλήσεως) δύο συμβαλλόμενων μερών και λιγότερο τις συγκεκριμένες συμφωνίες του καθημερινού οικονομικού βίου, με τις γενικότερες κοινωνικές διαστάσεις τους, τις τυπικές συγκρούσεις συμφερόντων που κλείνουν μέσα τους κλπ.

Μιλώντας για τα πρόσωπα που συναλλάσσονται εννοεί συνήθως ένα μέσο, λογικό, ικανό άτομο και μάλιστα, συνήθως, άτομο που αγρυπνεί για τα δικαιώματά του (ius vigilantibus scriptum).

Όμως υπάρχουν περιπτώσεις, μέσα στον ίδιο αυτό Κώδικα, που ο Έλληνας νομοθέτης προχώρησε πρωτοποριακά.

Και πάλι επιλέγω ένα παράδειγμα που κατά την κρίση μου είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό. Αναφέρομαι στο άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα περί Προστασίας της Προσωπικότητας.

Εδώ ο Έλληνας Νομοθέτης επέδειξε γενναιότητα και διορατικότητα.

Τόλμησε ήδη από τη δεκαετία του 1930. Είχε μεν ως πρότυπο την αντίστοιχη ελβετική διάταξη, αλλά παραμέρισε ενσυνείδητα τους ελβετικούς περιορισμούς.

Όπως τόνιζε ο Γ. Μαριδάκης στην Αιτιολογική Έκθεση επί του Προσχεδίου του Δικαίου των Προσώπων, στο οποίο συμπεριέλαβε στις αρχές της δεκαετίας του ’30 τη διάταξη για την προσβολή της προσωπικότητας, «η γενική καθιέρωσις της προστασίας της προσωπικότητας ετρόμαζε τότε τους Νομοθέτας» (εννοεί όταν συντάσσονταν ο γερμανικός και ο ελβετικός κώδικας) «συνεπεία ισχυράς αντιδράσεως, ήτις αντετάχθη, κατά της γενικής διατυπώσεως», για να προσθέσει ότι: «η έκτοτε επελθούσα εξέλιξις δεν δικαιολογεί τοιούτους περιορισμούς».

Έτσι ο Έλληνας Νομοπαρασκευαστής προχώρησε στην κατάστρωση της γενικής Ρήτρας, που έγινε δεκτή από τη Συντακτική Επιτροπή και αποτέλεσε τον πυρήνα για το άρθρο 57 Α.Κ.

Η σημερινή Ελληνική Δικαιοσύνη λοιπόν έχει πίσω της μια στέρεη παράδοση πριν φθάσει στο σημερινό σημείο της εξελικτικής μετάλλαξης υπό την επιρροή του συγκριτικού δικαίου, των διεθνικών Νομοθετικών Κειμένων, της Νομολογίας των Υπερκρατικών Δικαστηρίων και βέβαια των συνεπειών της συμμετοχής της χώρας στο σύγχρονο Ευρωπαϊκό Γίγνεσθαι.

Κεφαλαιώδες κατ’ αρχήν λάθος θα ήταν να πιστέψουμε ότι σε ένα σημείο τόσο κομβικό στην αρχή ενός νέου αιώνα είναι δυνατόν στο χώρο της δικαιοσύνης να ευρεθούν και να δοθούν λύσεις ανώδυνες, λύσεις απλά νομικές μη πολιτικές.

Το Ελληνικό Πολιτικό σύστημα, βέβαια έχει ως εγγενές χαρακτηριστικό την έλλειψη γενναιότητας των επιλογών.

Στο παρελθόν, σε καίρια ζητήματα έχει συνολικά αποφύγει την ανάληψη πολιτικού κόστους.

Χαρακτηριστικός τρόπος διαφυγής υπήρξε υιοθέτηση ενός χρήσιμου, αλλά φοβούμαι υπερφορτωμένου θεσμού, τον οποίο θα ήθελα να σχολιάσω.

Αναφέρομαι στις ανεξάρτητες Διοικητικές αρχές.

Οι ανεξάρτητες αρχές είναι ένα ιδιαίτερο νομικό μόρφωμα, το οποίο διεμβολίζει την τριμερή διάκριση των εξουσιών.

Σ’ αυτό το μόρφωμα το οποίο αντιμετωπίζει με απορία και ο Συνταγματικός Νομοθέτης (το έχει εντάξει με το άρθρο 101Α στο τμήμα της Διοίκησης μετά τη διοικητική διαίρεση, και πριν από την Τοπική Αυτοδιοίκηση) το Ελληνικό Πολιτικό Σύστημα έχει προσδώσει μεταφυσικές ιδιότητες.

Όταν φοβάται να επιλέξει, και να αναλάβει το κόστος της επιλογής συνιστά μια ανεξάρτητη αρχή.

Εμείς στο Υπουργείο Δικαιοσύνης θα χρησιμοποιήσουμε τα θετικά στοιχεία του θεσμού.

Ήδη σε μια πρωτοποριακή για τα Ελληνικά Δεδομένα ρύθμιση εισάγουμε τον Συνήγορο του Πολίτη στο Σωφρονιστικό Σύστημα της χώρας. Όμως η δικαιοσύνη δεν μπορεί να αποποιηθεί των ευθυνών της ούτε να επιτρέψει την επικάλυψή της από τις ανεξάρτητες αρχές.

Απέναντι στις μέγιστες προκλήσεις η Δικαιοσύνη δεν είναι δυνατόν να συνιστά μια συρρικνωμένη Ακρόπολη Αναχωρητισμού.

Πρέπει ως κοινωνία, ως πολιτικό σύστημα με ειλικρίνεια να θέσουμε τα ερωτήματα, και με ειλικρίνεια να δώσουμε τις απαντήσεις.

Ο λόγος του δικαίου δεν μπορεί να είναι περιγραφικός.

Δεν μπορεί να είναι ο σωτηριολογικός παρηγορητικός λόγος της Εκκλησίας.

Οφείλει να είναι λόγος παρεμβατικός, ευθύς, σαφής, πειστικός.

Η Θέμις είναι γυναίκα, είναι τυφλή, αλλά φέρει ξίφος.

Δεν προορίζεται να περιγράφει αλλά να τέμνει.

Είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε συγκεκριμένες θέσεις απέναντι στις ιλιγγιώδεις προκλήσεις των καιρών.

Οι απαντήσεις έχουν κόστος, πολιτικό κόστος, αλλά η σιωπή, η μη απάντηση έχει ακόμη μεγαλύτερο κόστος.

Βεβαίως η επάρκεια των απαντήσεων συναρτάται από την επάρκεια και σε άλλους τομείς, στη διοίκηση, στο Δημόσιο Βίο συνολικά.

Δεν μπορεί κανείς να πιστέψει ότι θα έχει δικαιοσύνη χωρίς προβλήματα, όταν άλλοι τομείς δεν λειτουργούν.

Όμως η προβληματική λειτουργία άλλων τομέων μπορεί να συνιστά αιτιολογία, δεν μπορεί να συνιστά δικαιολογία αποχής.

Η Δικαιοσύνη πρέπει να θωρακιστεί και πρέπει να κάνει το καθήκον της απέναντι στους πολίτες. (Η θωράκιση της δικαιοσύνης άλλωστε δείχνει σαν θερμόμετρο ακριβείας τον βαθμό εξέλιξης της Δημοκρατίας.)

Οι προκλήσεις είναι απειράριθμες. Ο ανθρώπινος χρόνος όμως είναι πάντοτε πεπερασμένος, και θα μου επιτρέψετε να πω ότι η δική σας υπομονή είναι ακόμη πιο πεπερασμένη.

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν να θίξω τέσσερα κεφάλαια που θεωρώ θεμελιώδη για τη Δικαιοσύνη.

Αφορούν την εναρμόνιση με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, την καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης, τη Δημόσια Ασφάλεια και τη Διαφθορά. Οφείλω να επιφυλαχθώ για πολλά άλλα επίσης κορυφαία ζητήματα, δεδομένης της έλλειψης χρόνου.




1) Εναρμόνιση με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Μιλώντας για την εναρμόνιση της Ελληνικής Δικαιοσύνης με το Ευρωπαϊκό Νομικό γίγνεσθαι θα ήθελα κατ’αρχήν να πω ότι πρέπει να τεθεί και να απαντηθεί από τον καθένα από εμάς, το κεφαλαιώδες ερώτημα της μορφής που πρέπει να πάρει η προσπάθεια για την εμβάθυνση του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Άποψή μου είναι ότι η Ευρώπη κινείται, με όλες τις αντιφάσεις της ή τουλάχιστον πρέπει να κινείται προς τη δημιουργία ενός καινοφανούς μετα-εθνικού μορφώματος με χαρακτηριστικά που δεν προϋπήρξαν στην ιστορία του πλανήτη.

Το μόρφωμα αυτό δημιουργεί το αυτονόητο νομικό του εποικοδόμημα.

Η εγκαθίδρυση ούτως ή άλλως μιας άρτιας και ολοκληρωμένης νομικής κοινότητας, ενός jus commune europium δεν αρκεί.

Η Ευρωπαϊκή νομική κοινότητα για να διατηρήσει τον σύνδεσμο της με την Ευρωπαϊκή κοινωνία έχει ανάγκη τη διεξαγωγή ενός Ευρωπαϊκού νομικού διαλόγου. Για να διεξάγεται αυτός ο διάλογος απαιτείται το άνοιγμα ενός δημοσίου ευρωπαϊκού χώρου. Ο χώρος αυτός συνιστά τον τόπο εντός του οποίου πρέπει να ξεκινήσει ο διάλογος μέσω του οποίου οι πολίτες θα μπορούσαν να επανοικειοποιηθούν το κανονιστικό τους περιβάλλον.

Για να συμβεί αυτό απαιτείται η δημιουργία μιας αυτόνομης δημόσιας πολιτικής σφαίρας και βέβαια η διάπλαση μιας ευρωπαϊκής ιδιότητας του πολίτη. Κάτι τέτοιο στην Ευρώπη δεν υπάρχει.

Δεν οδηγούμεθα δυστυχώς, τουλάχιστον ακόμη, στη Δημιουργία ενός κοινού Ευρωπαϊκού Δημοσίου Χώρου. Αντίθετα, εξαιτίας εν πολλοίς της έλλειψής του διαλύουμε σιγά, αλλά σταθερά, το Κοινωνικοπολιτικό σύστημα του Εθνικού Δικαίου.

Σήμερα, η συνεχής επέκταση της νομοπαρασκευαστικής δραστηριότητας στην Ε.Ε. έχει συνήθως ως αποτέλεσμα την παραγωγή νομοθετημάτων, με μηδενική δημοκρατική νομιμοποίηση.

Πολλές φορές, τα νομικά κείμενα που αποτελούν προϊόντα της νομοθετικής δραστηριότητος της Ε.Ε στερούνται, και αυτής της νομοτεχνικής επάρκειας, αφού είναι προϊόντα συμβιβασμού τεχνοκρατών, σημεία επαφής βουλήσεων γενικών διευθύνσεων, και όχι πολιτών.

Έτσι υιοθετείται μία θριαμβεύουσα περιπτωσιολογία. Έχω πει παλαιότερα, ως Βουλευτής, ότι οι περισσότερες οδηγίες εμπίπτουν ως μετεωρίτες στο χώρο του δικαίου. Εμφανίζονται με την μορφή νομικών μορφωμάτων, άλλοτε μία Ανωπέα οδός, άλλοτε μία Κερκόπορτα, και ορισμένες φορές ένας Δούρειος ίππος, δηλαδή νομικές κατασκευές, οι οποίες κραυγάζουν έλλειμμα νομικής φιλοσοφίας και συνολικής αντίληψης του δικαίου.

Ούτως ή άλλως η μεταφορά ευρωπαϊκών οδηγιών στα εθνικά δίκαια θα προϋπέθετε προετοιμασία ενός ευρύτερου νομικού τοπίου, ιδίως στις περιπτώσεις που απαιτείται να τροποποιηθούν βασικές δομές του συστήματος και συναφείς με αυτές ρυθμίσεις της έννομης τάξης.

Το δίκαιο κάθε χώρας αποτελεί σύνολο κανόνων και προϋποθέτουν δεδομένη συνολική αντίληψη του γίγνεσθαι.

Ο κατακερματισμός του δικαίου, μέσα από μια σαξωνικού τύπου περιπτωσιολογική και χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση αντιμετώπιση των επιμέρους, χωρίς εποπτεία του όλου, συνιστά κίνδυνο που πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία.

Η Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη είχε προχωρήσει στη λήψη κάποιων μέτρων αντιμετώπισης του κινδύνου μέσα από τη θεσμοθέτηση θεσμών συνεργασίας με τα Εθνικά Κοινοβούλια.

Η ακύρωση αυτής της προοπτικής επανεμφανίζει το κενό και επαναφέρει ένα ερώτημα, που προς το παρόν στερείται μιας πανευρωπαϊκής απάντησης.

2) Καθυστέρηση στην Απονομή της Δικαιοσύνης

Το ζήτημα της καθυστέρησης στην Απονομή της Δικαιοσύνης έχει δυστυχώς καταλήξει σε ένα επίπεδο οιονεί αρνησιδικίας.

Δεν τολμώ καν να χρησιμοποιήσω τις λέξεις «Επιτάχυνση στην απονομή της Δικαιοσύνης».

Τον άτυχο τίτλο της επιτάχυνσης φέρουν, μεταξύ άλλων, 34 Νομοθετήματα τα τελευταία χρόνια. Το αποτέλεσμα όμως παρά τις γενναίες και συστηματικές προσπάθειες των προκατόχων μου, του Αναστάσιου Παπαληγούρα και του Σωτήρη Χατζηγάκη συνεχίζει να μας διαφεύγει.

Η αποτυχία μας σφραγίζεται με τέσσερις σχεδόν εκατοντάδες καταδικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου.

Όπως όλες οι μεγάλες ασθένειες της ελληνικής κοινωνίας, έτσι και αυτή έχει πολλαπλές ρίζες και ποικιλώνυμα αίτια.

Το γεγονός παραδείγματος χάριν των 440 περίπου χιλιάδων μηνύσεων που καταθέτουν κατ’ έτος οι Έλληνες κατ’ αλλήλων, και που οδηγεί ώστε περίπου κάθε πενταετία το σύνολο του πληθυσμού της χώρας να έχει αλληλομηνυθεί, χρειάζεται κοινωνιολογική ίσως και ψυχιατρική διερεύνηση.

Αλλά δεν μπορεί να μείνει κανείς παρατηρητής στην ακύρωση του μηχανισμού άσκησης δίωξης που πνίγεται στο ασήμαντο και αδυνατεί να αντιμετωπίσει το σημαντικό.

Προσπάθειες είχαν γίνει, με την πρόβλεψη δυνατότητας θέσεως υποθέσεων στο αρχείο. Πλην όμως ακυρώθηκαν κυρίως μέσα από την καχυποψία της Ελληνικής κοινωνίας απέναντι στην κρίση του εισαγγελικού λειτουργού, και ό,τι αυτό συνεπάγεται στο επίπεδο του εποικοδομήματος.

Οι απαραίτητες θεσμικές μεταβολές θα έρθουν μέσα από τους νέους κώδικες, με πρώτο τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που αφού συζητηθεί αναλυτικά ελπίζω να ψηφισθεί μέχρι τον Ιούνιο.

Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να έχει περιπτωσιολογική αντιμετώπιση. Οφείλει να κινείται θεσμικά και αργά.

Όμως εκτός από τα θεσμικά, υπάρχουν σαφή απλά μέτρα που εξαρτώνται από τη συναίνεση όλων μας. Εμείς όμως εδώ έχουμε επιτύχει ιδιόρρυθμη συναίνεση. Συναινούμε αμέσως σε ότι αφορά άλλους και ποτέ σε ότι αφορά εμάς.

Έτσι:

δεν επεκτείνουμε το ωράριο των δικαστηρίων,

δεν μειώνουμε τις δικαστικές διακοπές,

δεν κοστολογούμε εν ονόματι του δημοκρατικού δικαιώματος προσφυγής στην δικαιοσύνη τι καταβάλλει ο ατυχής Έλληνας φορολογούμενος για να συντηρείται ο τεράστιος μηχανισμός χειρισμού μισού σχεδόν εκατομμυρίου μηνύσεων ετησίως.


3) Δημόσια Ασφάλεια

Όλοι συμφωνούμε κατ΄αρχήν ότι η κατάσταση την οποία αντιμετωπίζουμε έχει πολλαπλά αίτια.

Υπάρχουν κοινωνικές ανισότητες και αδικίες, υπάρχουν αδιέξοδα, υπάρχει για πρώτη φορά στην Ελλάδα μεγάλος αριθμός αλλοδαπών.

Υπάρχουν πολιτικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί λόγοι που μπορεί να οδηγούν ανθρώπους, συνανθρώπους μας στη βία.

Αντιλαμβανόμεθα όλοι, όπως ο προκάτοχός μου ο καθηγητής Μιχάλης Σταθόπουλος, σωστά έχει γράψει ότι μορφή βίας είναι και η φτώχεια, και η ανεργία, η απειλή απόλυσης, η απόγνωση κτλ.

Όλα αυτά είναι και σωστά και γνωστά.

Επιδιώκουν όμως κάποιοι να δημιουργήσουν με αυτά δικαιολογητική βάση της βίας;

Θέλουν να αποδεχθούμε ως κοινωνία την εγκληματική βία μέχρι να εκλείψουν οι κοινωνικοί και οι άλλοι λόγοι που την δημιουργούν;

Ασφαλώς πρέπει να αντιμετωπιστούν τα κοινωνικά αίτια της βίας.

Το σύνθημα των Άγγλων Εργατικών του Μπλαιρ «αποφασιστικοί απέναντι στο έγκλημα, αποφασιστικοί απέναντι στις αιτίες του εγκλήματος» μας εκφράζει απόλυτα.

Όσο όμως και αν μπορεί να υπάρξει πρόοδος ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι σε εύλογο χρόνο μπορούμε να δημιουργήσουμε μια δίκαιη κοινωνία που θα έχει θεραπεύσει τις αιτίες της εγκληματικότητας;

Ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι θα είναι δυνατόν να καταργήσουμε συνολικά τους μηχανισμούς καταστολής, δηλαδή το ποινικό δίκαιο, τα δικαστήρια, τους δικηγόρους και τους εισαγγελείς;

Και εν πάση περιπτώσει το χρονικό διάστημα που απαιτείται μέχρι την άφιξη στην ποινική ουτοπία, δεν πρέπει να λειτουργούν οι νόμοι που προβλέπουν κυρώσεις για τα ποινικά αδικήματα;

Μπορεί όπως σωστά αναρωτιέται ο προκάτοχός μου ο καθηγητής κ. Μιχάλης Σταθόπουλος μια κοινωνία, οποιαδήποτε κοινωνία, όχι μόνο η ελληνική να υπάρξει χωρίς ποινικό δίκαιο, χωρίς ποινικά δικαστήρια, χωρίς αστυνομία, χωρίς δηλαδή μηχανισμούς καταστολής;

Εδώ αντιμετωπίζουμε την βροντώδη σιγή όσον δικαιολογούν τις ακραίες εκδηλώσεις βίας με αναφορά μόνο στα κοινωνικά τους αίτια.

Κυρίες και Κύριοι,

Το κρίσιμο ψυχολογικό διακύβευμα της Ελλάδας σήμερα είναι να ξεπεράσουμε την υποσυνείδητη ατολμία μας, τον φόβο μας απέναντι στο πιθανό πολιτικό κόστος. Πρέπει να προβούμε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, νομοθετικές και μη.

Απαιτείται βούληση όλων των κοινωνικών δυνάμεων και όχι μικροκομματικές αντιδικίες για την καταπολέμηση της παρανομίας και την πάταξη της βίας.

Πρέπει να ξεφύγουμε από τα μεγάλα λόγια και να προβούμε στις αυτονόητες πράξεις για να σταματήσει το καθεστώς της ατιμωρησίας.

Πρέπει να ξεπεράσουμε τις τύψεις που φαίνεται να αισθανόμαστε ακόμη και από τη ύπαρξη του ποινικού δικαίου.

Οι κυρώσεις δεν είναι προϊόν εκδίκησης.

Είναι αναγκαίος όρος επιβίωσης κάθε προοδευμένης κοινωνίας, που επιφυλάσσει στον εαυτό της το δικαίωμα να οριοθετεί τρόπους ανθρώπινης συμπεριφοράς ως ευρισκόμενους εκτός του αξιακού της πλαισίου και να επιβάλλει σε αυτές τις συμπεριφορές κυρώσεις σύμφωνα με την θεωρία της γενικής και της ειδικής πρόληψης.

Με την επιβολή της δικαιοσύνης η Δημοκρατία αυτοπεριορίζεται, για να μην αυτοαναιρείται.

Οφείλουμε να σταματήσουμε την ατέρμονη βυζαντινολογία, και να οδηγηθούμε σε πολιτική της πράξης.

Είναι απαραίτητο να αφήσουμε τις άναρθρες κραυγές και να αντιληφθούμε ότι ως κοινωνία έχουμε ξεφύγει από τα αριστερόστροφα στερεότυπα της μεταπολίτευσης.

Το διακύβευμα της δημόσιας ασφάλειας δεν αντιστρατεύεται το διακύβευμα της Ελευθερίας της Δημοκρατίας και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ανθρώπινα δικαιώματα έχουν όλοι.

Το ερώτημα είναι ποιων τα ανθρώπινα δικαιώματα πραγματικά παραβιάζονται.

Δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται οπισθοδρομικός ένας νόμος που χαρακτηρίζει ως επιβαρυντική περίπτωση αδικήματος την αλλοίωση των χαρακτηριστικών του δράστη. Καταρχήν αυτό υπάρχει ως διατύπωση στον Ποινικό Κώδικα τριάντα τρία χρόνια.

Είναι νόμος που στη Γερμανία χρησιμοποιήθηκε για να αντιμετωπιστεί η επανεμφάνιση του Ναζισμού και σε πολιτείες των Η.Π.Α. για να αντιμετωπισθεί ο ρατσισμός της Κου Κλουξ Κλαν.

Πρέπει να επιλέξουμε;

Και κατά την κρίση μου η επιλογή είναι σαφής.

Οφείλουμε επιτέλους να σταθούμε δίπλα στον συμπολίτη μας που αναίτια καταστρέφεται το αυτοκίνητό του, στο μικρό μαγαζάτορα που καίγεται και λεηλατείται το μαγαζί του, στην πωλήτρια που μένει άνεργη, στον άνθρωπο της διπλανής πόρτας που γίνεται αντικείμενο επίθεσης.

Αυτή τη μάχη πρέπει να δώσουμε.

Αυτή την επιλογή πρέπει να κάνουμε.

4) Σχέσεις με Διαφθορά

Ως προς το ζήτημα της διαφθοράς είναι υποκρισία να μην αναγνωρίζει κανείς την ευρύτητα και την αναγκαιότητα αντιμετώπισης του φαινομένου πέρα από κάθε ηθικολογία.

Η διαφθορά μπλοκάρει τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος, και άρα την ανάπτυξη της χώρας. Υπάρχουν στο πολιτικό και στο κοινωνικό σώμα πολλά και σημαντικά στοιχεία διαφθοράς και για αυτό υπάρχει μεγάλη ανάγκη για την απόλυτη μάχη εναντίον τους.

«Μπορεί να υπάρχουν και διαφορετικές εκτιμήσεις για το πώς αντιμετωπίζεται το φαινόμενο της διαφθοράς.

Κανείς όμως δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν υπάρχει.

Και εκείνοι που το ισχυρίζονται είναι ή αφελείς ή ένοχοι . Κ.Καραμανλής-28/02/2004»

Το κοινωνικό σύνολο οφείλει λοιπόν να αντιμετωπίζει ως ευεργέτη κάθε δημοσιογράφο, κάθε συγγραφέα, κάθε ομιλητή που σε οποιοδήποτε μέσο ηλεκτρονικό η μη με ανηλεή σκληρότητα επιτίθεται κατά της διαφθοράς.

Προϋπόθεση όμως είναι να ενθυμούμαστε πάντοτε ότι μια τέτοια επίθεση είναι χρήσιμη εάν είναι απόλυτα αληθής.

Στην αντίθετη περίπτωση ο συκοφάντης δεν είναι λιγότερο επιζήμιος από τον διεφθαρμένο.

Η παράκληση μου, είναι όχι για την διασφάλιση ασυλίας αλλά για την πιο σκληρή τιμωρία του πολιτικού που προδίδει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας, του επιχειρηματία που δωροδοκεί δημόσιους λειτουργούς.

Επί των ημερών αυτής της κυβέρνησης ο Πρωθυπουργός έδωσε σαφή δείγματα γραφής διαφορετικής αντιμετώπισης της διαφθοράς.

Γι’ αυτό η εξομοίωση με ένα παρελθόν, αποδοχής και συγκάλυψης είναι βαθύτατα άδικη και ισοπεδωτική.

Πρέπει όμως η προσπάθεια για την κάθαρση του δημόσιου βίου να γίνεται με σεβασμό στην αλήθεια και στο τεκμήριο της αθωότητας.

Αν οι πάντες κατηγορούν τους πάντες, αν όλη η εικόνα της κοινωνίας βαφτεί μαύρη, τότε δεν θα υπάρχει κριτήριο που να διαχωρίζει τους απατεώνες από τους τίμιους ανθρώπους, τους πολιτευόμενους υπέρ του ιδιωτικού τους πλουτισμού από τους πολιτικούς του καθήκοντος, τους αρθρογράφους της συκοφαντίας και του εκβιασμού από τους δημοσιογράφους της κριτικής και της αλήθειας.

Μια τέτοια αντιμετώπιση κινδυνεύουμε τελικά να δημιουργήσει ηθική δυσχρωματοψία.

Οι κοινωνίες που έχουν υποκύψει σε αυτήν καταλήγουν στο ολέθριο συμπέρασμα πως κανείς δεν είναι άσπρος, κανείς δεν είναι μαύρος είναι όλοι γκρίζοι.

Η κοινωνία δεν πιστεύει τότε ούτε στην αλήθεια της καταγγελίας, ούτε στην αθωότητα του καταγγελλόμενου.

Σε αυτήν την κοινωνία είναι όλα γκρίζα και αυτή είναι η απελπισία του έντιμου ανθρώπου.

Επιτρέψτε μου, να διατυπώσω τον φόβο ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτό το σημείο. Όμως αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει για εμάς δικαιολογία. Πρέπει να κινηθούμε.

Στον χώρο ευθύνης της Δικαιοσύνης παραδείγματος χάριν είναι το σωφρονιστικό σύστημα στο οποίο τα σημεία διαφθοράς είναι πρόδηλα και αποτελούν, ας μου επιτραπεί να πω, κύριους βραχίονες αντίδρασης στον εκσυγχρονισμό και κυρίως στον εξανθρωπισμό του συστήματος.

Γνωρίζετε καλά ότι έχουμε ξεκινήσει μάχη με το σύστημα διαφθοράς στις φυλακές.

Έχουμε προτείνει στην Εθνική Αντιπροσωπεία συγκεκριμένες ρυθμίσεις που πιστεύουμε ότι θα περιορίσουν το φαινόμενο, και θα επιτρέψουν να εξελιχθούν οι προσπάθειες για ένα σύγχρονο σωφρονιστικό σύστημα.

Κορυφαίας σημασίας ζήτημα για την τιμή του Πολιτικού κόσμου έχει αναδειχθεί το άρθρο 86 του Συντάγματος και ο Νόμος Περί Ευθύνης Υπουργών.

Οι ιστορικοί λόγοι προστασίας που εξέλειπαν, ο δε προστατευτικός χαρακτήρας των υπαρχουσών διατάξεων, είναι μάλλον κωμικό εφεύρημα, αν λάβει κάνεις υπόψη ότι η ανεπάρκεια και η συνομολογούμενη από όλες τις πλευρές αντισυνταγματική συμπεριφορά ενός Πρωτοδίκη είναι δυνατό να οδηγήσει την χώρα σε εκλογές.

Θα μου επιτρέψετε εδώ να πω ότι στο επίπεδο αυτό οι υπάρχουσες ρυθμίσεις έχουν εκμετρήσει το «χρησίμως ζην».

Βρίσκονται σε πλήρη αναντιστοιχία με το κοινό αίσθημα.

Ανεξάρτητα λοιπόν από τις απόψεις που τυχόν έχει ο καθένας από εμάς για τα θέματα παραγραφής ή για να το πω πιο σωστά εξάλειψης του αξιοποίνου, θα πρέπει το πολιτικό σύστημα να δείξει γενναιότητα και ιδίως διορατικότητα.

Άποψη μου είναι ότι πρέπει να καταργηθεί το άρθρο 86 του Συντάγματος, πρέπει να καταργηθεί ο Ειδικός Νόμος 3126/03 «Περί Ποινικής Ευθύνης Υπουργών», και πρέπει να υπαχθούν οι πολιτικοί, όλοι οι πολιτικοί και οι Υπουργοί, στις κοινές ρυθμίσεις του Δικαίου.

Θα επιδιώξω σύντομα, να υπάρξει κοινή τοποθέτηση των πολιτικών κομμάτων σαν ένα πρώτο, αλλά σημαντικό βήμα αποκατάστασης της εικόνας του πολιτικού κόσμου στην κοινωνία.

Κυρίες και κύριοι,

Η ελληνική κοινωνία περιμένει πάρα πολλά από εμάς.

Δεν αντιδικούμε με το παρελθόν.

Εάν το παρόν εμπλακεί σε μια διαπάλη με το παρελθόν κινδυνεύουμε να απολέσουμε το μέλλον.

Οι προκλήσεις είναι μπροστά μας είτε τις αποδεχτούμε είτε όχι.

Μπροστά μας βρίσκονται αχαρτογράφητοι δρόμοι της επιστήμης και της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων.

Το διαδίκτυο, η βιοηθική, η πολιτιστική ετερότητα, τα εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας, οι γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί, οι βιοιατρικοί πειραματισμοί και το βιοδίκαιο, η συνταγματική προστασία της γενετικής ταυτότητας, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, η παρένθετη μητρότητα είναι χώρος των μελλοντικών προκλήσεων της δικαιοσύνης και του δικαίου.

Θα ήταν απλό να αποφύγουμε αυτές τις προκλήσεις, να γυρίσουμε τα μάτια μας στην ασφάλεια της μετριότητας του χθες, να εφησυχάσουμε σε συνηθισμένες ρητορείες καλών προθέσεων.

Κυρίες και κύριοι,

δεν βρισκόμαστε εδώ ως αμήχανοι παρατηρητές μιας μεγάλης σειράς προβλημάτων.

Οι καιροί είναι πάρα πολύ δύσκολοι, η πρόκληση είναι πάρα πολύ μεγάλη, το διακύβευμα πάρα πολύ ψηλό για να επιτρέψει τις συνήθεις πολιτικολογίες της απραξίας.

Βρισκόμαστε εδώ για να παράσχουμε στην Ελληνική κοινωνία την ελπίδα, ίσως και τη βεβαιότητα, ότι θα την οδηγήσουμε σε ένα ασφαλές και βέβαιο μέλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: